NEWSLETTER

Προσθέστε εδώ το e-mail σας για να σας έχουμε πάντα ενήμερους




Η Πολιτική Υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από την Εναρμόνιση στη Σύγκλιση (Μάϊος 2008)

Γιάννης Τούντας
Αν. Καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής
Επιστημονικός Υπεύθυνος του Κέντρου 
Μελετών Υπηρεσιών Υγείας της
Ιατρικής Σχολής του Παν/μίου Αθηνών


Με την ιδρυτική συνθήκη της ΕΟΚ (Συνθήκη της Ρώμης) και στη συνέχεια με τη Συνθήκη του Μάαστριχ (1992), τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1999) και τη Συνθήκη της Νίκαιας (2000), σηματοδοτείται μία ολοένα και πιο ουσιαστική προσπάθεια εναρμόνισης των νομοθεσιών και των αγορών των κρατών-μελών στα ζητήματα της υγείας, αλλά και σταδιακής σύγκλισης των επιμέρους εθνικών συστημάτων υγείας.

Ιδιαίτερα οι εξελίξεις των τελευταίων ετών και η ενίσχυση των χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων υγείας υπογραμμίζουν τη σημασία της ανάδειξης της δημόσιας υγείας σε βασική προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Ωστόσο, πολλοί επισημαίνουν ότι παρά τα θετικά βήματα που έχουν γίνει δεν υπάρχουν ακόμα σαφείς αναφορές στα θέματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, ενώ έντονος σκεπτικισμός εκφράζεται για τη συνύπαρξη της σύγχρονης στρατηγικής της προαγωγής υγείας με την παραδοσιακή αντίληψη της πρόληψης, καθώς και για το γεγονός ότι, ενώ περιγράφονται ως βασικοί στόχοι η υψηλή προστασία της δημόσιας υγείας, η πρόληψη, η αποτελεσματικότητα και η ποιότητα στις υπηρεσίες, δεν προβλέπονται διατάξεις που να διασφαλίζουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Ο σχετικός προβληματισμός επεκτείνεται και σε άλλα επίμαχα ζητήματα, όπως είναι η ανάγκη περισσότερων πόρων, στο βαθμό που η χρηματοδότηση των προγραμμάτων υγείας δεν θεωρείται επαρκής, η διεύρυνση της ΕΕ και τα ιδιαίτερα προβλήματα δημόσιας υγείας που αντιμετωπίζουν πολλές από τις νέες χώρες, η έλλειψη διαφάνειας και κατανόησης των Ευρωπαϊκών πολιτικών υγείας από τον μέσο Ευρωπαίο πολίτη, η απουσία υποδομών και μηχανισμών για τη μέτρηση και αξιολόγηση των επιπτώσεων στην υγεία όλων των ασκούμενων Ευρωπαϊκών πολιτικών και δράσεων, καθώς και το αμφιλεγόμενο ζήτημα της εναρμόνισης των συστημάτων υγείας των κρατών-μελών.

Σχετικά με το τελευταίο αυτό ζήτημα, η συντελούμενη εναρμόνιση των αγορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει περιλάβει ακόμα την εναρμόνιση των συστημάτων υγείας, λόγω επικουρικότητας.  Η οργάνωση και η διοίκηση των συστημάτων υγείας παραμένει έτσι στην αποκλειστική δικαιοδοσία των εθνικών κυβερνήσεων.

Όμως, το γεγονός ότι εξελίσσεται ταχέως η σύγκλιση στα θέματα δημόσιας υγείας (ενώ, ήδη με την ιδρυτική Συνθήκη της Ρώμης, έχουν υπαχθεί στις διαδικασίες εναρμόνισης η εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, σημαντικό μέρος της αγοράς των φαρμάκων και η κοινωνική ασφάλιση) οδηγεί και σε έμμεση  αλλά σταθερά εξελισσόμενη σύγκλιση των συστημάτων υγείας των κρατών-μελών.  Εξάλλου, μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί εκατοντάδες επίσημες αποφάσεις (το 1/3 από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο) για θέματα που αφορούν τη λειτουργία των υπηρεσιών υγείας στα κράτη-μέλη.
Η Συνθήκη της Νίκαιας το 2000, με την υιοθέτηση του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, περιέλαβε την προστασία της υγείας ως μια από τις βασικές συνιστώσες της αλληλεγγύης, δηλαδή ως ένα από τα έξι θεμελιώδη δικαιώματα.  Ειδικότερα, αναφέρει ότι όλοι δικαιούνται πρόσβαση στην πρόληψη και στην ιατρική περίθαλψη, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις των εθνικών νομοθεσιών και πρακτικών.

Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια έχει τεθεί με πιο άμεσο τρόπο το ζήτημα της σύγκλισης και εναρμόνισης και των συστημάτων υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Το γεγονός αυτό δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απειλή για τα εθνικά δικαιώματα ή για τα επενδυμένα συμφέροντα, αλλά ως πρόκληση για την περαιτέρω βελτίωση των συστημάτων υγείας στην Ευρώπη. Η διαμόρφωση Ευρωπαϊκών προδιαγραφών και στόχων για τη λειτουργία των υπηρεσιών υγείας μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην προστασία της υγείας των Ευρωπαϊκών λαών, και ταυτόχρονα να ενισχύσει την προσπάθεια όχι μόνο της οικονομικής αλλά και της πολιτικοκοινωνικής ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμευτεί σε δυο αποκλίνοντα μοντέλα:  το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, και το μοντέλο του ελεύθερου ανταγωνισμού της εσωτερικής αγοράς.  Έτσι, από τη μια ασκείται πίεση στις υπηρεσίες υγείας να προσαρμοστούν στους κανόνες της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς, την ίδια ώρα που οι κυβερνήσεις προσπαθούν να προσαρμόσουν τους κανόνες αυτούς στην παροχή υπηρεσιών με βάση τις αρχές του κοινωνικού μοντέλου.  Βέβαια, πολλοί υποστηρίζουν ότι η παγκοσμιοποίηση και ο διεθνής ανταγωνισμός επιβάλλουν, εκτός από την καθολικότητα, την ισότητα και την αλληλεγγύη του κοινωνικού μοντέλου, και την οικονομική βιωσιμότητα.  Είναι, επομένως, ανάγκη να αναζητηθούν νέοι δρόμοι οργάνωσης και λειτουργίας των συστημάτων υγείας, που να πληρούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα κριτήρια της ισότητας, της αποτελεσματικότητας, αλλά και της αποδοτικότητας.

 















a CAN Site